Μπήκα στο πράγμα σαν επαγγελματίας. Όχι σαν αυτούς που βλέπουν φώτα και τσίνες, αλλά σαν κάποιος που μετράει κάθε ευρώ σαν δευτερόλεπτο. Το
top online casino ήταν ανοιχτό σε μία καρτέλα, όπως κάθε βράδυ – η δουλειά μου, το γραφείο μου, το εργαλείο μου. Ξέρω ακριβώς τι θέλω: να αρμέξω το σύστημα, όχι να το λατρέψω.
Η φάση ήταν μία: είχα εντοπίσει ένα τραπέζι με blackjack που έκανε reshuffle κάθε τρεις γύρους, με μισό παπούτσι πενήντα δύο φύλλων. Στα χαρτιά μου, είχα 2.7% άκρη. Μιλάμε για όνειρο επαγγελματία. Βάζω 500 ευρώ πρώτη κατάθεση, ξεκινάω με το σύστημα: μικρά στοιχήματα, διπλάσιο μετά από ήττα, αλλά μόνο τρεις φορές στη σειρά – το ξέρω απ' έξω. Πρώτα πέντε χέρια πάνε νταούλι. Χάνω 80 ευρώ. Τίποτα. Συναισθήματα; Μηδέν. Αυτό είναι το παιχνίδι.
Αλλά μετά γίνεται περίεργο. Έβδομο χέρι, μου έρχεται 20, ο ντίλερ έχει 6 ανοιχτό. Παίζω μεγάλο. Κερδίζω. Μετά άσος με 8, ντίλερ 5. Διπλασιάζω. Κερδίζω. Μέσα σε δέκα λεπτά, έχω μαζέψει 1.400 ευρώ. Εδώ αρχίζει η παγίδα. Το ξέρω. Ο επαγγελματίας δεν λυγάει, αλλά το κορμί θυμάται παλιές νίκες. Νιώθω τον παλμό μου να ανεβαίνει – λάθος. Τεράστιο λάθος. Αντί να κλείσω τα κέρδη και να πάρω ανάσα, συνεχίζω. Το top online casino δεν κοιμάται, αλλά ούτε και η απληστία μου.
Επόμενο μισάωρο – καταστροφή. Δεν φταίει το σύστημα, φταίω εγώ που επέτρεψα την ψευδαίσθηση. Τρεις ήττες στη σειρά, αλλάζω τραπέζι. Πάλι ήττα. Δύο νίκες, μετά τρεις ήττες. Όταν κοιτάζω το υπόλοιπο, είμαι στα 720 ευρώ. Από τα 1.400 που είχα κάποτε, έμεινε μισό. Η λογική λέει: φύγε. Το εγώ λέει: ξαναχτύπα. Και εδώ γίνεται η μαγεία – αλλά διαφορετική από ό,τι νομίζεις.
Αντί να κυνηγήσω, κάνω κάτι που λίγοι επαγγελματίες παραδέχονται: κλείνω την πλατφόρμα για μισή ώρα. Πίνω νερό. Θυμάμαι γιατί μπήκα εξαρχής. Όχι για την τρέλα, αλλά για το μαθηματικό κέρδος. Ξαναμπαίνω. Βλέπω live ρουλέτα με μπόνους επιστροφής 10% σε κάθε χαμένο stake πάνω από 50 ευρώ – μία από τις δωρεάν προσφορές του ίδιου του top online casino για τον μήνα. Την είχα απορρίψει νωρίτερα, γιατί ήμουν απασχολημένος με το blackjack.
Τώρα παίζω διαφορετικά. Στοιχήματα σε 2 δωδεκάδες ταυτόχρονα, γύρω στα 70 ευρώ το rotation. Κάθε χαμένο γύρο μου δίνει 7 ευρώ πίσω. Έχασα τρεις φορές – 21 ευρώ επιστροφή. Τέταρτος γύρος, πέφτει το νούμερο 23, που είχε μέσα η μία δωδέκατα. Καθαρό κέρδος: 140 ευρώ. Συνεχίζω με το ίδιο μοτίβο για μία ώρα. Δεν κοιτάω τα φώτα, δεν ακούω τους ήχους. Είναι σκάκι.
Στο τέλος της βάρδιας μου – γιατί έτσι το λέω, βάρδια – ταμείο: 2.350 ευρώ καθαρά. Από τα 500 που ξεκίνησα. Η καρδιά μου χτυπά ήρεμα. Όχι από αδρεναλίνη, από ικανοποίηση. Αυτή είναι η διαφορά με τον τζογαδόρο. Εκείνος κυνηγά το συναίσθημα, εγώ κυνηγάω το λάθος του καζίνο. Και εκείνο το βράδυ, το μόνο λάθος που έκανα ήταν να αφήσω για λίγο τον αριθμητή να γίνει συναίσθημα.
Βγήκα έξω, είχε ψύχρα. Παράγγειλα καφέ σε ένα βενζινάδικο. Δεν ένιωθα νικητής – ένιωθα επαγγελματίας που πληρώθηκε για τη βάρδια του. Κι αν με ρωτήσεις, αξίζει; Μόνο αν ξέρεις πότε να σηκωθείς από το τραπέζι. Αλλιώς, το καζίνο σε περιμένει με άλλο τραπέζι. Εγώ πάντως εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα σαν παιδί. Χωρίς όνειρα για τζάκποτ. Με μία μόνο σκέψη: αύριο πάλι δουλειά.